Ο παππούς μου και οι συμπολεμιστές του έφυγαν για τον πόλεμο χαμογελώντας.

Λίγο ο ενθουσιασμός της νιότης, λίγο η άγνοια του κινδύνου, λίγο η αρχαία αρετή που επιβιώνει ακόμα στην φυλή μας και έχεις την ελληνική ιδιοσυγκρασία. Την στιγμή που οι Δανοί παραδόθηκαν ατιμωτικά χωρίς να πέσει σφαίρα, δίνοντας το στέμμα 👑 σε έναν μοτοσυκλετιστή (!) του Χίτλερ, οι Ελληνες ξεκινούσαν χαρούμενοι για το μέτωπο. Από την εποχή του Κυνέγειρου, οι Ελληνες κάνουν το ακατόρθωτο να φαίνεται παιχνιδάκι, εκεί που όλοι σταματούν, οι Ελληνες συνεχίζουν.

Ο παππούς μου ήταν φορέας αρχέγονης σοφίας, χρόνια μετά διάβασα τον Ησίοδο και ήταν σαν να ακούω τον παππού μου και σας διαβεβαιώνω ότι δεν είχε διαβάσει ποτέ του Ησίοδο. Άνθρωπος πρακτικός χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες δεν περίμενε κάποια ανταμοιβή για την προσφορά του ούτε σ’ αυτόν ούτε στον άλλο κόσμο.
Κάποτε του προτάθηκε η χορήγηση σύνταξης ” εθνικής αντίστασης “, η απάντησή του ήταν: “Δεν πολέμησα για σύνταξη“. Αργότερα βέβαια, ανάλογες συντάξεις έπαιρναν άτομα που όχι μόνο δεν πολέμησαν, αλλά δεν είχαν γεννηθεί καν τότε.

Ένα παγωμένο βράδυ στο μέτωπο είδε ένα όνειρο: Εμφανίστηκε μπροστά του μια γυναίκα και του ζητούσε να της ξεπληρώσει το χρέος που της είχε. Ο παππούς μου μικρό παιδί τότε, δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία αφού ήξερε ότι δεν χρώσταγε κάτι σε κάποιον ούτε και ασχολήθηκε περισσότερο για να δώσει διάφορες ερμηνείες. Το παράδοξο όμως είναι, πως πολλοί ακόμα στρατιώτες είδαν μια γυναίκα στον ύπνο τους, ωστόσο έλεγε στον καθένα κάτι διαφορετικό.

Όταν έπαιζε την φλογέρα του, λένε ότι όλοι δάκρυζαν, τον παρότρυναν να ασχοληθεί σοβαρά και να κάνει καριέρα “σοβαρά ασχολούμαι!” Τους έλεγε γελώντας, δείχνοντας ότι δεν τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Κάποτε επέστρεψε ένας φίλος του από την Αμερική μετά από πολλά χρόνια και έψαχνε να τον βρει, ο παππούς μου όμως τότε είχε πεθάνει.


Ο αυτοδίδακτος παππούς σου ήταν ο Μότσαρτ της Ελλάδος ” μου είπε. ( Ο Μότσαρτ όπως ξέρουμε έχει γράψει τον μαγικό αυλό, οπότε έκανε τον συνειρμό με τον ποιμενικό αυλό του παππού μου)


Αυτός ο ενάρετος, πειθαρχημενος και τόσο ταλαντούχος άνθρωπος, είχε ένα τρωτό σημείο, μια ευαίσθητη χορδή και αυτό ήταν η μητέρα του. Πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός αφήνοντας τον παππού μου και τις δύο μικρότερες αδερφές του ορφανά και έρμαια μιας κακιάς μητριάς. Δεν το ξεπέρασε ποτέ. Εστω κι αν την θυμόταν ελάχιστα, μιλούσε πάντα γι’ αυτή με τρομερή αγάπη αλλά και με παράπονο γιατί κατά κάποιο τρόπο την θεωρούσε υπεύθυνη που “έφυγε” και τον άφησε. Ποιος να ξέρει τι συνέβη στην ψυχή του μικρού παιδιού και όσον αφορά αυτό το θέμα, ο παππούς μου είχε παραμείνει για πάντα παιδί, πάντα ήταν το παιδί της μητέρας του, μια μητέρα που ουσιαστικά δεν είχε γνωρίσει.

Η προγιαγιά μου έμενε στο περίφημο χωριό Δρακότρυπα που πήρε το όνομά του εξαιτίας μιας σπηλιάς που υπήρχε εκεί κοντά και στην οποία φυσικά πάντα κατοικεί ένας δράκος, αφού η λαϊκή φαντασία τους έχει μεγάλη αδυναμία. Λεγόταν Μαλάμου στο επίθετο, μάλαμα και ο χαρακτήρας της.

Ηταν ξακουστή για την ομορφιά και την καλοσύνη της. Μαρτυρίες γερόντων που θυμάμαι όταν ήμουν πολύ μικρός, έκαναν λόγο για την πιο όμορφη της εποχής, για μια γυναίκα αριστοκρατική που κανείς δεν είχε να της προσάψει το παραμικρό.

Άλλοι την θυμούνται στο παράθυρο, να χτενίζει τα πολύ μακριά, ίσια και κατάξανθα μαλλιά της. Δυστυχώς την χτύπησε κάποια ασθένεια νωρίς, ήταν νέα κοπέλα όταν πέθανε.
Αν έχω κάτι καλό πάνω μου το οφείλω στον παππού μου που ουσιαστικά με μεγάλωσε, για τα κακά ευθύνομαι εγώ.


Ελπίζω να μην σας κούρασα γιατί σίγουρα περιμένατε να διαβάσετε ιστορίες από τον πόλεμο, γράφοντας όμως θυμήθηκα κι αυτά και το χέρι πήγαινε μόνο του, συγχωρέστε με.

Ετεοκλής.

Κοινοποίηση

Σχετικά άρθρα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *